ふくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκύβω, χαμηλώνω το σώμα, πέφτω μπρούμυτα, ξαπλώνω
  2. 02 υποχωρώ, υποτάσσομαι, παραδίδομαι
  3. 03 κρύβομαι, συγκαλύπτω τον εαυτό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
伏する
Παρόν (ευγενικό)
伏します
Άρνηση (απλή)
伏しない
Άρνηση (ευγενική)
伏しません
Παρελθόν (απλό)
伏した
Παρελθόν (ευγενικό)
伏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伏しませんでした
Τε-μορφή
伏して
Δυνητική
伏できる
Προστακτική
伏しろ
Βουλητική
伏しよう
Υποθετική (ば)
伏すれば