ふくせん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προοικονομώ, δίνω μια νύξη (για γεγονότα που πρόκειται να συμβούν)
  2. 02 λαμβάνω προληπτικά μέτρα, καταρτίζω σχέδια έκτακτης ανάγκης

Κλίση

Παρόν (απλό)
伏線を張る
Παρόν (ευγενικό)
伏線を張ります
Άρνηση (απλή)
伏線を張らない
Άρνηση (ευγενική)
伏線を張りません
Παρελθόν (απλό)
伏線を張った
Παρελθόν (ευγενικό)
伏線を張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伏線を張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伏線を張りませんでした
Τε-μορφή
伏線を張って
Δυνητική
伏線を張れる
Προστακτική
伏線を張れ
Βουλητική
伏線を張ろう
Υποθετική (ば)
伏線を張れば