きゅうじょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωρινό κλείσιμο (θεάτρου, χώρου ψυχαγωγίας, κ.λπ.)
  2. 02 απουσία (από παράσταση, αγώνα, κ.λπ.), αποχή
  3. 03 απουσία (από παλαίστρα ή τουρνουά)
  4. 04 αργία, κλείσιμο (χρηματιστηρίου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
休場する
Παρόν (ευγενικό)
休場します
Άρνηση (απλή)
休場しない
Άρνηση (ευγενική)
休場しません
Παρελθόν (απλό)
休場した
Παρελθόν (ευγενικό)
休場しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
休場しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
休場しませんでした
Τε-μορφή
休場して
Δυνητική
休場できる
Προστακτική
休場しろ
Βουλητική
休場しよう
Υποθετική (ば)
休場すれば