きゅうしつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωρινό κλείσιμο δωματίου (γραφείου, έκθεσης κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
休室する
Παρόν (ευγενικό)
休室します
Άρνηση (απλή)
休室しない
Άρνηση (ευγενική)
休室しません
Παρελθόν (απλό)
休室した
Παρελθόν (ευγενικό)
休室しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
休室しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
休室しませんでした
Τε-μορφή
休室して
Δυνητική
休室できる
Προστακτική
休室しろ
Βουλητική
休室しよう
Υποθετική (ば)
休室すれば