きゅうこう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσωρινή διακοπή λειτουργίας σχολείου

Κλίση

Παρόν (απλό)
休校する
Παρόν (ευγενικό)
休校します
Άρνηση (απλή)
休校しない
Άρνηση (ευγενική)
休校しません
Παρελθόν (απλό)
休校した
Παρελθόν (ευγενικό)
休校しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
休校しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
休校しませんでした
Τε-μορφή
休校して
Δυνητική
休校できる
Προστακτική
休校しろ
Βουλητική
休校しよう
Υποθετική (ば)
休校すれば