きゅうさい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοπή δημοσίευσης (σε συνέχειες σε εφημερίδες, περιοδικά κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
休載する
Παρόν (ευγενικό)
休載します
Άρνηση (απλή)
休載しない
Άρνηση (ευγενική)
休載しません
Παρελθόν (απλό)
休載した
Παρελθόν (ευγενικό)
休載しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
休載しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
休載しませんでした
Τε-μορφή
休載して
Δυνητική
休載できる
Προστακτική
休載しろ
Βουλητική
休載しよう
Υποθετική (ば)
休載すれば