かいする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συναντώ, συγκεντρώνομαι
  2. 02 συναντώ, πέφτω πάνω σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
会する
Παρόν (ευγενικό)
会します
Άρνηση (απλή)
会しない
Άρνηση (ευγενική)
会しません
Παρελθόν (απλό)
会した
Παρελθόν (ευγενικό)
会しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
会しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
会しませんでした
Τε-μορφή
会して
Δυνητική
会できる
Προστακτική
会しろ
Βουλητική
会しよう
Υποθετική (ば)
会すれば