ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: かいす

  1. 01 αρχαϊκό κατανοώ, αντιλαμβάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
会すする
Παρόν (ευγενικό)
会すします
Άρνηση (απλή)
会すしない
Άρνηση (ευγενική)
会すしません
Παρελθόν (απλό)
会すした
Παρελθόν (ευγενικό)
会すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
会すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
会すしませんでした
Τε-μορφή
会すして
Δυνητική
会すできる
Προστακτική
会すしろ
Βουλητική
会すしよう
Υποθετική (ば)
会すすれば