会心
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ικανοποίηση, ευχαρίστηση, πληρότητα
- 02 συντομογραφία κρίσιμο χτύπημα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 会心する
- Παρόν (ευγενικό)
- 会心します
- Άρνηση (απλή)
- 会心しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 会心しません
- Παρελθόν (απλό)
- 会心した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 会心しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 会心しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 会心しませんでした
- Τε-μορφή
- 会心して
- Δυνητική
- 会心できる
- Προστακτική
- 会心しろ
- Βουλητική
- 会心しよう
- Υποθετική (ば)
- 会心すれば
- Υποθετική (たら)
- 会心したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 会心したい
- Απαγορευτική (~な)
- 会心するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 会心しなさい
- Παθητική
- 会心される
- Αιτιατική
- 会心させる