かいそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρευρισκόμενος σε κηδεία, συμμετοχή σε κηδεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
会葬する
Παρόν (ευγενικό)
会葬します
Άρνηση (απλή)
会葬しない
Άρνηση (ευγενική)
会葬しません
Παρελθόν (απλό)
会葬した
Παρελθόν (ευγενικό)
会葬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
会葬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
会葬しませんでした
Τε-μορφή
会葬して
Δυνητική
会葬できる
Προστακτική
会葬しろ
Βουλητική
会葬しよう
Υποθετική (ば)
会葬すれば