会計を済ませる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πληρώνω τον λογαριασμό, τακτοποιώ οικονομικές εκκρεμότητες
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 会計を済ませる
- Παρόν (ευγενικό)
- 会計を済ませます
- Άρνηση (απλή)
- 会計を済ませない
- Άρνηση (ευγενική)
- 会計を済ませません
- Παρελθόν (απλό)
- 会計を済ませた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 会計を済ませました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 会計を済ませなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 会計を済ませませんでした
- Τε-μορφή
- 会計を済ませて
- Δυνητική
- 会計を済ませられる
- Προστακτική
- 会計を済ませろ
- Βουλητική
- 会計を済ませよう
- Υποθετική (ば)
- 会計を済ませれば
- Υποθετική (たら)
- 会計を済ませたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 会計を済ませたい
- Απαγορευτική (~な)
- 会計を済ませるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 会計を済ませなさい
- Παθητική
- 会計を済ませられる
- Αιτιατική
- 会計を済ませさせる