つたある

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περπατώ κρατώντας αντικείμενα (τοίχο, έπιπλα κ.λπ.)
  2. 02 πηγαίνω από το ένα στο άλλο (π.χ. από πέτρα σε πέτρα), περπατώ πάνω από πατήματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝い歩く
Παρόν (ευγενικό)
伝い歩きます
Άρνηση (απλή)
伝い歩かない
Άρνηση (ευγενική)
伝い歩きません
Παρελθόν (απλό)
伝い歩いた
Παρελθόν (ευγενικό)
伝い歩きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝い歩かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝い歩きませんでした
Τε-μορφή
伝い歩いて
Δυνητική
伝い歩ける
Προστακτική
伝い歩け
Βουλητική
伝い歩こう
Υποθετική (ば)
伝い歩けば