でんじゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μύηση (π.χ. στα μυστικά μιας τέχνης), λήψη διδασκαλίας, εκπαίδευση

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝受する
Παρόν (ευγενικό)
伝受します
Άρνηση (απλή)
伝受しない
Άρνηση (ευγενική)
伝受しません
Παρελθόν (απλό)
伝受した
Παρελθόν (ευγενικό)
伝受しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝受しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝受しませんでした
Τε-μορφή
伝受して
Δυνητική
伝受できる
Προστακτική
伝受しろ
Βουλητική
伝受しよう
Υποθετική (ば)
伝受すれば