でんそん

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κληροδοτούμαι από την αρχαιότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝存する
Παρόν (ευγενικό)
伝存します
Άρνηση (απλή)
伝存しない
Άρνηση (ευγενική)
伝存しません
Παρελθόν (απλό)
伝存した
Παρελθόν (ευγενικό)
伝存しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝存しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝存しませんでした
Τε-μορφή
伝存して
Δυνητική
伝存できる
Προστακτική
伝存しろ
Βουλητική
伝存しよう
Υποθετική (ば)
伝存すれば