でんぱん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετάδοση, διάδοση, εξάπλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝搬する
Παρόν (ευγενικό)
伝搬します
Άρνηση (απλή)
伝搬しない
Άρνηση (ευγενική)
伝搬しません
Παρελθόν (απλό)
伝搬した
Παρελθόν (ευγενικό)
伝搬しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝搬しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝搬しませんでした
Τε-μορφή
伝搬して
Δυνητική
伝搬できる
Προστακτική
伝搬しろ
Βουλητική
伝搬しよう
Υποθετική (ば)
伝搬すれば