ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα μολύνομαι, μεταδίδομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝染る
Παρόν (ευγενικό)
伝染ります
Άρνηση (απλή)
伝染らない
Άρνηση (ευγενική)
伝染りません
Παρελθόν (απλό)
伝染った
Παρελθόν (ευγενικό)
伝染りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝染らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝染りませんでした
Τε-μορφή
伝染って
Δυνητική
伝染れる
Προστακτική
伝染れ
Βουλητική
伝染ろう
Υποθετική (ば)
伝染れば