でんせんふせ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτρέπω τη μετάδοση της μόλυνσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
伝染を防ぐ
Παρόν (ευγενικό)
伝染を防ぎます
Άρνηση (απλή)
伝染を防がない
Άρνηση (ευγενική)
伝染を防ぎません
Παρελθόν (απλό)
伝染を防いだ
Παρελθόν (ευγενικό)
伝染を防ぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伝染を防がなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伝染を防ぎませんでした
Τε-μορφή
伝染を防いで
Δυνητική
伝染を防げる
Προστακτική
伝染を防げ
Βουλητική
伝染を防ごう
Υποθετική (ば)
伝染を防げば