ばんしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμφάγηση με καλεσμένο
  2. 02 υποτιμητικό εικονικός αξιωματούχος, διακοσμητικός δημόσιος υπάλληλος

Κλίση

Παρόν (απλό)
伴食する
Παρόν (ευγενικό)
伴食します
Άρνηση (απλή)
伴食しない
Άρνηση (ευγενική)
伴食しません
Παρελθόν (απλό)
伴食した
Παρελθόν (ευγενικό)
伴食しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伴食しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伴食しませんでした
Τε-μορφή
伴食して
Δυνητική
伴食できる
Προστακτική
伴食しろ
Βουλητική
伴食しよう
Υποθετική (ば)
伴食すれば