うかがいをてる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζητώ οδηγίες, ζητώ τη γνώμη κάποιου, απευθύνω ερώτημα
  2. 02 επικαλούμαι χρησμό, συμβουλεύομαι χρησμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
伺いを立てる
Παρόν (ευγενικό)
伺いを立てます
Άρνηση (απλή)
伺いを立てない
Άρνηση (ευγενική)
伺いを立てません
Παρελθόν (απλό)
伺いを立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
伺いを立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
伺いを立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
伺いを立てませんでした
Τε-μορφή
伺いを立てて
Δυνητική
伺いを立てられる
Προστακτική
伺いを立てろ
Βουλητική
伺いを立てよう
Υποθετική (ば)
伺いを立てれば