せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιγράφω, μιμούμαι, παραποιώ, πλαστογραφώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
似せる
Παρόν (ευγενικό)
似せます
Άρνηση (απλή)
似せない
Άρνηση (ευγενική)
似せません
Παρελθόν (απλό)
似せた
Παρελθόν (ευγενικό)
似せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
似せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
似せませんでした
Τε-μορφή
似せて
Δυνητική
似せられる
Προστακτική
似せろ
Βουλητική
似せよう
Υποθετική (ば)
似せれば