似に合あい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταιριαστός (ιδίως για ζευγάρι), αρμόζων, κατάλληλος

Παραδείγματα

  • 彼かれと彼女かのじょは似合にあいのカップルです。

    Αυτός κι αυτή είναι ένα ταιριαστό ζευγάρι.

  • 彼女かのじょに似合にあいの服ふくを見みつけるのは難むずかしい。

    Είναι δύσκολο να βρεις ρούχα που της ταιριάζουν.

  • 長年ながねん連つれ添そった夫婦ふうふは、どこか顔付かおつききまで似合にあいになってくるものだ。

    Τα ζευγάρια που έχουν περάσει πολλά χρόνια μαζί, τείνουν να μοιάζουν ακόμα και στην όψη τους, και να ταιριάζουν όλο και περισσότερο.