くらい

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: くらい ,

  1. 01 επίθημα γράφεται και ως 位 θρόνος, στέμμα, κάθισμα (ευγενούς)
  2. 02 επίθημα κυβερνητικό αξίωμα, αυλικό αξίωμα
  3. 03 επίθημα κοινωνική θέση, βαθμίδα, τάξη, κλιμάκιο, σκαλοπάτι
  4. 04 βαθμός (ποιότητας κ.λπ.), επίπεδο, βαθμίδα, κατάταξη
  5. 05 θέση ψηφίου (π.χ. δεκάδες, χιλιάδες), ψηφίο, δεκαδική θέση

Παραδείγματα

  • わたしくらいはここです。

    Η θέση μου είναι εδώ.

  • かれたかくらいにいます。

    Είναι σε υψηλή θέση.

  • 彼女かのじょ会社かいしゃでのくらいがったので、責任せきにんしました。

    Καθώς ανέβηκε σε θέση στην εταιρεία, αυξήθηκαν και οι ευθύνες της.