ていめい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρέμομαι χαμηλά (για σύννεφα)
  2. 02 παραμένω σε χαμηλά επίπεδα (για πωλήσεις, τιμές μετοχών κ.λπ.), παραμένω στάσιμος (για την οικονομία, την αγορά κ.λπ.), αιωρούμαι (γύρω από ένα χαμηλό επίπεδο), παλεύω, κάμψη, ύφεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
低迷する
Παρόν (ευγενικό)
低迷します
Άρνηση (απλή)
低迷しない
Άρνηση (ευγενική)
低迷しません
Παρελθόν (απλό)
低迷した
Παρελθόν (ευγενικό)
低迷しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
低迷しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
低迷しませんでした
Τε-μορφή
低迷して
Δυνητική
低迷できる
Προστακτική
低迷しろ
Βουλητική
低迷しよう
Υποθετική (ば)
低迷すれば