住すまう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατοικώ, διαμένω, κατοικίζω

Παραδείγματα

  • 私わたしはここに住すまう。

    Εγώ μένω εδώ.

  • 新あたらしい家いえに住すまうのは楽たのしいことです。

    Το να μένεις σε ένα νέο σπίτι είναι ευχάριστο.

  • 彼かれは長ながい間あいだ、山奥やまおくの静しずかな村むらに住すまい、自給自足じきゅうじそくの生活せいかつを送おくっていました。

    Για πολύ καιρό, εκείνος ζούσε σε ένα ήσυχο χωριό βαθιά μέσα στα βουνά και έκανε μια αυτάρκη ζωή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
住まう
Παρόν (ευγενικό)
住まいます
Άρνηση (απλή)
住まわない
Άρνηση (ευγενική)
住まいません
Παρελθόν (απλό)
住まった
Παρελθόν (ευγενικό)
住まいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
住まわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
住まいませんでした
Τε-μορφή
住まって
Δυνητική
住まえる
Προστακτική
住まえ
Βουλητική
住まおう
Υποθετική (ば)
住まえば