みよい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατοικήσιμος, άνετος για διαβίωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
住みよい
Παρόν (ευγενικό)
住みよいです
Άρνηση (απλή)
住みよくない
Άρνηση (ευγενική)
住みよくないです
Παρελθόν (απλό)
住みよかった
Παρελθόν (ευγενικό)
住みよかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
住みよくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
住みよくなかったです
Τε-μορφή
住みよくて
Υποθετική (ば)
住みよければ