ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εγκαθίσταμαι (σε ένα μέρος), εγκατασταθώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
住み着く
Παρόν (ευγενικό)
住み着きます
Άρνηση (απλή)
住み着かない
Άρνηση (ευγενική)
住み着きません
Παρελθόν (απλό)
住み着いた
Παρελθόν (ευγενικό)
住み着きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
住み着かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
住み着きませんでした
Τε-μορφή
住み着いて
Δυνητική
住み着ける
Προστακτική
住み着け
Βουλητική
住み着こう
Υποθετική (ば)
住み着けば