住み込む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαμένω στον χώρο εργασίας (στο σπίτι του εργοδότη, δασκάλου κ.λπ.), κατοικώ εντός, γίνομαι εσωτερικός υπάλληλος, γίνομαι ένοικος (ιδρύματος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 住み込む
- Παρόν (ευγενικό)
- 住み込みます
- Άρνηση (απλή)
- 住み込まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 住み込みません
- Παρελθόν (απλό)
- 住み込んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 住み込みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 住み込まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 住み込みませんでした
- Τε-μορφή
- 住み込んで
- Δυνητική
- 住み込める
- Προστακτική
- 住み込め
- Βουλητική
- 住み込もう
- Υποθετική (ば)
- 住み込めば
- Υποθετική (たら)
- 住み込んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 住み込みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 住み込むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 住み込みなさい
- Παθητική
- 住み込まれる
- Αιτιατική
- 住み込ませる