からだがもたない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δεν αντέχει ο οργανισμός, καταστρέφω την υγεία μου, ξεπερνώ τα όρια των αντοχών του σώματός μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
体がもたない
Παρόν (ευγενικό)
体がもたないです
Άρνηση (απλή)
体がもたなくない
Άρνηση (ευγενική)
体がもたなくないです
Παρελθόν (απλό)
体がもたなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
体がもたなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体がもたなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体がもたなくなかったです
Τε-μορφή
体がもたなくて
Υποθετική (ば)
体がもたなければ