からだおぼえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατακτώ κάτι μέσω προσωπικής εμπειρίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
体で覚える
Παρόν (ευγενικό)
体で覚えます
Άρνηση (απλή)
体で覚えない
Άρνηση (ευγενική)
体で覚えません
Παρελθόν (απλό)
体で覚えた
Παρελθόν (ευγενικό)
体で覚えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体で覚えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体で覚えませんでした
Τε-μορφή
体で覚えて
Δυνητική
体で覚えられる
Προστακτική
体で覚えろ
Βουλητική
体で覚えよう
Υποθετική (ば)
体で覚えれば