体のいい
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 ευπρεπής, φαινομενικά κατάλληλος, που ακούγεται ευχάριστος, ευγενικός (π.χ. δικαιολογία), επιδέξιος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 体のいい
- Παρόν (ευγενικό)
- 体のいいです
- Άρνηση (απλή)
- 体のいくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 体のいくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 体のいかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 体のいかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 体のいくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 体のいくなかったです
- Τε-μορφή
- 体のいくて
- Υποθετική (ば)
- 体のいければ
- Υποθετική (たら)
- 体のいかったら