体を動かす
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ασκούμαι σωματικά, είμαι σωματικά δραστήριος, κινώ το σώμα μου
Παραδείγματα
-
体を動かすのは楽しいです。
Είναι ωραίο να ασκείσαι.
-
毎日体を動かすことで、健康になります。
Κάνοντας σωματική άσκηση κάθε μέρα, γίνεσαι πιο υγιής.
-
ストレスを感じたときは、無理のない範囲で体を動かすことが、気持ちのリフレッシュにつながります。
Όταν νιώθεις άγχος, το να ασκείσαι σωματικά μέσα σε λογικά πλαίσια σε βοηθά να ανανεώσεις τη διάθεσή σου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 体を動かす
- Παρόν (ευγενικό)
- 体を動かします
- Άρνηση (απλή)
- 体を動かさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 体を動かしません
- Παρελθόν (απλό)
- 体を動かした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 体を動かしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 体を動かさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 体を動かしませんでした
- Τε-μορφή
- 体を動かして
- Δυνητική
- 体を動かせる
- Προστακτική
- 体を動かせ
- Βουλητική
- 体を動かそう
- Υποθετική (ば)
- 体を動かせば
- Υποθετική (たら)
- 体を動かしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 体を動かしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 体を動かすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 体を動かしなさい
- Παθητική
- 体を動かされる
- Αιτιατική
- 体を動かさせる