からだ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφιερώνομαι ολόψυχα σε κάτι, θυσιάζω την υγεία μου για κάτι, ρισκάρω τη ζωή μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
体を張る
Παρόν (ευγενικό)
体を張ります
Άρνηση (απλή)
体を張らない
Άρνηση (ευγενική)
体を張りません
Παρελθόν (απλό)
体を張った
Παρελθόν (ευγενικό)
体を張りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体を張らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体を張りませんでした
Τε-μορφή
体を張って
Δυνητική
体を張れる
Προστακτική
体を張れ
Βουλητική
体を張ろう
Υποθετική (ば)
体を張れば