からだしむ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αποφεύγω την κοπιαστική εργασία, τεμπελιάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
体を惜しむ
Παρόν (ευγενικό)
体を惜しみます
Άρνηση (απλή)
体を惜しまない
Άρνηση (ευγενική)
体を惜しみません
Παρελθόν (απλό)
体を惜しんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
体を惜しみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体を惜しまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体を惜しみませんでした
Τε-μορφή
体を惜しんで
Δυνητική
体を惜しめる
Προστακτική
体を惜しめ
Βουλητική
体を惜しもう
Υποθετική (ば)
体を惜しめば