たいひら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέκομαι όρθιος με τα χέρια ή/και τα πόδια ανοιχτά
  2. 02 αποφεύγω

Κλίση

Παρόν (απλό)
体を開く
Παρόν (ευγενικό)
体を開きます
Άρνηση (απλή)
体を開かない
Άρνηση (ευγενική)
体を開きません
Παρελθόν (απλό)
体を開いた
Παρελθόν (ευγενικό)
体を開きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体を開かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体を開きませんでした
Τε-μορφή
体を開いて
Δυνητική
体を開ける
Προστακτική
体を開け
Βουλητική
体を開こう
Υποθετική (ば)
体を開けば