たいたり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εμβολισμός, ρίψη του σώματος πάνω σε κάποιον ή κάτι
  2. 02 ολοκληρωτική ενασχόληση με κάτι (π.χ. ένας ρόλος), καταβολή κάθε προσπάθειας

Παραδείγματα

  • 体当たいあたりをする。

    Κάνω εμβολισμό.

  • 体当たいあたりでドアをけた。

    Άνοιξα την πόρτα με ορμή.

  • 役者やくしゃとして、そのやく体当たいあたりいどかれ姿すがた見事みごとだった。

    Η αφοσίωσή του ως ηθοποιού στον ρόλο ήταν εκπληκτική.

Κλίση

Παρόν (απλό)
体当たりする
Παρόν (ευγενικό)
体当たりします
Άρνηση (απλή)
体当たりしない
Άρνηση (ευγενική)
体当たりしません
Παρελθόν (απλό)
体当たりした
Παρελθόν (ευγενικό)
体当たりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
体当たりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
体当たりしませんでした
Τε-μορφή
体当たりして
Δυνητική
体当たりできる
Προστακτική
体当たりしろ
Βουλητική
体当たりしよう
Υποθετική (ば)
体当たりすれば