体系化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συστηματοποίηση, οργάνωση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 体系化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 体系化します
- Άρνηση (απλή)
- 体系化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 体系化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 体系化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 体系化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 体系化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 体系化しませんでした
- Τε-μορφή
- 体系化して
- Δυνητική
- 体系化できる
- Προστακτική
- 体系化しろ
- Βουλητική
- 体系化しよう
- Υποθετική (ば)
- 体系化すれば
- Υποθετική (たら)
- 体系化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 体系化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 体系化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 体系化しなさい
- Παθητική
- 体系化される
- Αιτιατική
- 体系化させる