なんとか

άλλο, επίρρημα, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάτι, κάτι τι, ο τάδε, ο δείνα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα κάπως (για χειρισμό, αντιμετώπιση), με κάποιο τρόπο, εν πάση περιπτώσει, όπως και να 'χει

Παραδείγματα

  • 何とかなんとかします

    Θα τα καταφέρω κάπως.

  • いそがしかったですが、何とかなんとか仕事しごとえることができました。

    Ήμουν απασχολημένος, αλλά κατάφερα κάπως να τελειώσω τη δουλειά.

  • きゅう依頼いらいにもかかわらず、何とかなんとか納期のうきわせていただき、大変たいへんたすかりました。

    Παρά το ξαφνικό αίτημα, με κάποιον τρόπο καταφέρατε να τηρήσετε την προθεσμία, κάτι που με βοήθησε πάρα πολύ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
何とかする
Παρόν (ευγενικό)
何とかします
Άρνηση (απλή)
何とかしない
Άρνηση (ευγενική)
何とかしません
Παρελθόν (απλό)
何とかした
Παρελθόν (ευγενικό)
何とかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
何とかしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
何とかしませんでした
Τε-μορφή
何とかして
Δυνητική
何とかできる
Προστακτική
何とかしろ
Βουλητική
何とかしよう
Υποθετική (ば)
何とかすれば