なにより

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πάνω απ' όλα, προπαντός, κυρίως
  2. 02 καλύτερος, σπουδαιότερος, εξαίρετος, θαυμάσιος, πιο σημαντικός

Παραδείγματα

  • なによりうれしいです。

    Τίποτα δε με κάνει πιο χαρούμενο.

  • 家族かぞくなにより大切たいせつです。

    Η οικογένεια είναι το πιο σημαντικό απ' όλα.

  • 無事ぶじ旅行りょこうえ、帰宅きたくしたと連絡れんらくをもらい、なにより安心あんしんしました。

    Έλαβα μήνυμα ότι τελείωσαν το ταξίδι με ασφάλεια και επέστρεψαν σπίτι, και πάνω απ' όλα ένιωσα ανακούφιση.