なくさせる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναγκάζω, εξαναγκάζω, υποχρεώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
余儀なくさせる
Παρόν (ευγενικό)
余儀なくさせます
Άρνηση (απλή)
余儀なくさせない
Άρνηση (ευγενική)
余儀なくさせません
Παρελθόν (απλό)
余儀なくさせた
Παρελθόν (ευγενικό)
余儀なくさせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
余儀なくさせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
余儀なくさせませんでした
Τε-μορφή
余儀なくさせて
Δυνητική
余儀なくさせられる
Προστακτική
余儀なくさせろ
Βουλητική
余儀なくさせよう
Υποθετική (ば)
余儀なくさせれば