めいいくばくもない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω περιορισμένο χρόνο ζωής, δεν μου απομένει πολύς καιρός για να ζήσω, έχω λίγο χρόνο ακόμα, οι μέρες μου είναι μετρημένες

Κλίση

Παρόν (απλό)
余命いくばくもない
Παρόν (ευγενικό)
余命いくばくもないです
Άρνηση (απλή)
余命いくばくもなくない
Άρνηση (ευγενική)
余命いくばくもなくないです
Παρελθόν (απλό)
余命いくばくもなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
余命いくばくもなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
余命いくばくもなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
余命いくばくもなくなかったです
Τε-μορφή
余命いくばくもなくて
Υποθετική (ば)
余命いくばくもなければ