ゆうをかます

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη προσποιούμαι την ψυχραιμία, υποκρίνομαι ότι έχω περίσσευμα (χρόνου, χρημάτων, δυνάμεων κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
余裕をかます
Παρόν (ευγενικό)
余裕をかまします
Άρνηση (απλή)
余裕をかまさない
Άρνηση (ευγενική)
余裕をかましません
Παρελθόν (απλό)
余裕をかました
Παρελθόν (ευγενικό)
余裕をかましました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
余裕をかまさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
余裕をかましませんでした
Τε-μορφή
余裕をかまして
Δυνητική
余裕をかませる
Προστακτική
余裕をかませ
Βουλητική
余裕をかまそう
Υποθετική (ば)
余裕をかませば