作つくり上あげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατασκευάζω, χτίζω, δημιουργώ, ολοκληρώνω, συνθέτω
  2. 02 επινοώ, εφευρίσκω, σκαρφίζομαι, πλάθω

Παραδείγματα

  • 子供こどもがブロックで家いえを作り上つくりあげた。

    Το παιδί έχτισε ένα σπίτι με τουβλάκια.

  • 彼かれは一人ひとりでその家具かぐを作り上つくりあげた。

    Κατασκεύασε μόνος του αυτά τα έπιπλα.

  • 長年ながねんの研究けんきゅうを経へて、彼かれはついに新あたらしい理論りろんを作り上つくりあげた。

    Μετά από χρόνια έρευνας, κατάφερε επιτέλους να αναπτύξει μια νέα θεωρία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
作り上げる
Παρόν (ευγενικό)
作り上げます
Άρνηση (απλή)
作り上げない
Άρνηση (ευγενική)
作り上げません
Παρελθόν (απλό)
作り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
作り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
作り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
作り上げませんでした
Τε-μορφή
作り上げて
Δυνητική
作り上げられる
Προστακτική
作り上げろ
Βουλητική
作り上げよう
Υποθετική (ば)
作り上げれば