つくなお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξαναφτιάχνω
  2. 02 ξαναχτίζω, ανακατασκευάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
作り直す
Παρόν (ευγενικό)
作り直します
Άρνηση (απλή)
作り直さない
Άρνηση (ευγενική)
作り直しません
Παρελθόν (απλό)
作り直した
Παρελθόν (ευγενικό)
作り直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
作り直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
作り直しませんでした
Τε-μορφή
作り直して
Δυνητική
作り直せる
Προστακτική
作り直せ
Βουλητική
作り直そう
Υποθετική (ば)
作り直せば