つく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατασκευάζω με μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια, παράγω, φιλοτεχνώ
  2. 02 ενσωματώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
作り込む
Παρόν (ευγενικό)
作り込みます
Άρνηση (απλή)
作り込まない
Άρνηση (ευγενική)
作り込みません
Παρελθόν (απλό)
作り込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
作り込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
作り込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
作り込みませんでした
Τε-μορφή
作り込んで
Δυνητική
作り込める
Προστακτική
作り込め
Βουλητική
作り込もう
Υποθετική (ば)
作り込めば