作刀
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κατασκευή ιαπωνικού σπαθιού, σπαθοποιία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 作刀する
- Παρόν (ευγενικό)
- 作刀します
- Άρνηση (απλή)
- 作刀しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 作刀しません
- Παρελθόν (απλό)
- 作刀した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 作刀しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 作刀しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 作刀しませんでした
- Τε-μορφή
- 作刀して
- Δυνητική
- 作刀できる
- Προστακτική
- 作刀しろ
- Βουλητική
- 作刀しよう
- Υποθετική (ば)
- 作刀すれば
- Υποθετική (たら)
- 作刀したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 作刀したい
- Απαγορευτική (~な)
- 作刀するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 作刀しなさい
- Παθητική
- 作刀される
- Αιτιατική
- 作刀させる