作劇
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγγραφή θεατρικού έργου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 作劇する
- Παρόν (ευγενικό)
- 作劇します
- Άρνηση (απλή)
- 作劇しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 作劇しません
- Παρελθόν (απλό)
- 作劇した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 作劇しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 作劇しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 作劇しませんでした
- Τε-μορφή
- 作劇して
- Δυνητική
- 作劇できる
- Προστακτική
- 作劇しろ
- Βουλητική
- 作劇しよう
- Υποθετική (ば)
- 作劇すれば
- Υποθετική (たら)
- 作劇したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 作劇したい
- Απαγορευτική (~な)
- 作劇するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 作劇しなさい
- Παθητική
- 作劇される
- Αιτιατική
- 作劇させる