さくぶん

ουσιαστικό, ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: さくもん

  1. 01 συγγραφή (δοκιμίου, πεζού λόγου κ.λπ.), σύνθεση
  2. 02 τυπική γραφή με ελάχιστο ουσιαστικό νόημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
作文する
Παρόν (ευγενικό)
作文します
Άρνηση (απλή)
作文しない
Άρνηση (ευγενική)
作文しません
Παρελθόν (απλό)
作文した
Παρελθόν (ευγενικό)
作文しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
作文しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
作文しませんでした
Τε-μορφή
作文して
Δυνητική
作文できる
Προστακτική
作文しろ
Βουλητική
作文しよう
Υποθετική (ば)
作文すれば