作曲
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 σύνθεση (μουσικής), μελοποίηση, συγγραφή μουσικής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 作曲する
- Παρόν (ευγενικό)
- 作曲します
- Άρνηση (απλή)
- 作曲しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 作曲しません
- Παρελθόν (απλό)
- 作曲した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 作曲しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 作曲しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 作曲しませんでした
- Τε-μορφή
- 作曲して
- Δυνητική
- 作曲できる
- Προστακτική
- 作曲しろ
- Βουλητική
- 作曲しよう
- Υποθετική (ば)
- 作曲すれば
- Υποθετική (たら)
- 作曲したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 作曲したい
- Απαγορευτική (~な)
- 作曲するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 作曲しなさい
- Παθητική
- 作曲される
- Αιτιατική
- 作曲させる