さっ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγγραφή τραγουδιών ή ποιημάτων, ποίημα

Κλίση

Παρόν (απλό)
作歌する
Παρόν (ευγενικό)
作歌します
Άρνηση (απλή)
作歌しない
Άρνηση (ευγενική)
作歌しません
Παρελθόν (απλό)
作歌した
Παρελθόν (ευγενικό)
作歌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
作歌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
作歌しませんでした
Τε-μορφή
作歌して
Δυνητική
作歌できる
Προστακτική
作歌しろ
Βουλητική
作歌しよう
Υποθετική (ば)
作歌すれば