作画
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σχεδίαση εικόνων, ζωγραφική, φωτογράφιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 作画する
- Παρόν (ευγενικό)
- 作画します
- Άρνηση (απλή)
- 作画しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 作画しません
- Παρελθόν (απλό)
- 作画した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 作画しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 作画しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 作画しませんでした
- Τε-μορφή
- 作画して
- Δυνητική
- 作画できる
- Προστακτική
- 作画しろ
- Βουλητική
- 作画しよう
- Υποθετική (ば)
- 作画すれば
- Υποθετική (たら)
- 作画したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 作画したい
- Απαγορευτική (~な)
- 作画するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 作画しなさい
- Παθητική
- 作画される
- Αιτιατική
- 作画させる